Μπ. Σάντορ στο STAR για τις Ουγγρικές εκλογές: «Οι νέοι δεν μπορούσαν να ταυτιστούν με το πολιτικό ύφος του Όρμπαν»

«Πολλοί νέοι δεν μπορούσαν να ταυτιστούν με το πολιτικό ύφος και τις αξίες που εξέφραζε η μέχρι πρότινος υφιστάμενη εξουσία. […] Μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε χωρίς να μετέχει ουσιαστικά στον πολιτικό διάλογο και τη λειτουργία μιας πλήρους πολυκομματικής δημοκρατίας […] Οι δεσμεύσεις του Πέτερ Μαγιάρ, ιδίως όσον αφορά την αποκατάσταση του κράτους δικαίου και την επαναπροσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχουν δημιουργήσει προσδοκίες σε σημαντικό τμήμα της κοινωνίας. […] Το ζητούμενο είναι εάν θα διαθέτει την απαιτούμενη πολιτική βούληση ώστε να εφαρμόσει όσα έχει υποσχεθεί.»
Αυτά είναι ορισμένα από όσα αναφέρει σε συνέντευξή της στο tvstar.gr και τη δημοσιογράφο, Μαρία Τσατζαλή, η Δημοτική Σύμβουλος της Σεκεσφεχερβάρ, Μπάρμπαρα Σάντορ, σχολιάζοντας το αποτέλεσμα των πρόσφατων εθνικών εκλογών στην Ουγγαρία και τη μεγάλη νίκη του μέχρι πρότινος ηγέτη του Ουγγρικού αντιπολιτευόμενου κόμματος “Tisza”, Πέτερ Μαγιάρ επί του απερχόμενου Πρωθυπουργού, Βίκτορ Ορμπαν.

Αναλυτικά η συνέντευξη στο tvstar.gr.
Τι σηματοδοτεί το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα για το μέλλον της χώρας;
Το πιο ασφαλές συμπέρασμα που μπορούμε να εξάγουμε είναι ότι ένα σημαντικό μέρος της ουγγρικής κοινωνίας κουράστηκε από το σύστημα διακυβέρνησης του Βίκτορ Όρμπαν. Όλο και περισσότεροι πολίτες άρχισαν να διακρίνουν τη λειτουργία του προπαγανδιστικού μηχανισμού, ο οποίος επί 24 ώρες το 24ωρο, επτά ημέρες την εβδομάδα, κατέκλυζε τη δημόσια σφαίρα μέσω της κρατικής τηλεόρασης, των διαφημιστικών πινακίδων, του ραδιοφώνου, των πληρωμένων διαφημίσεων, του YouTube και των προσκείμενων στο σύστημα σχολιαστών. Στην ουσία, κυριαρχούσε μία και μοναδική αφήγηση: εκείνη του κυβερνώντος κόμματος Fidesz, η οποία βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην καλλιέργεια φόβου.
Ταυτόχρονα, ολοένα και περισσότεροι πολίτες άρχισαν να αντιλαμβάνονται τις σκοτεινές πτυχές του συστήματος: την έκταση της διαφθοράς, τη μεταφορά δημόσιου πλούτου σε ιδιωτικά συμφέροντα, καθώς και το πολιτικό και οικονομικό δίκτυο που έχει οικοδομηθεί γύρω από το καθεστώς. Παράλληλα, η επιδείνωση των οικονομικών δεικτών και οι αυξανόμενες δυσκολίες στην καθημερινή διαβίωση έγιναν ιδιαίτερα εμφανείς. Επιπλέον, πολλοί πολίτες εξέφρασαν τη διαφωνία τους με την προσέγγιση της Ουγγαρίας προς τη Ρωσία και την ολοένα πιο συγκρουσιακή στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, εμφανίστηκε ένας νέος πολιτικός παράγοντας, τον οποίο η προπαγάνδα δεν κατάφερε να αποδομήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η παραδοσιακή αντιπολίτευση είχε απαξιωθεί συστηματικά επί χρόνια, εν μέρει λόγω της υπεροχής της κυβέρνησης στα μέσα ενημέρωσης. Ακόμη και τα λεγόμενα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης δεν είχαν στηρίξει ουσιαστικά την ενωμένη αντιπολίτευση στις εκλογές του 2022. Ωστόσο, αυτή τη φορά, το σκηνικό διαφοροποιήθηκε. Ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας προσδοκά μια θετική αλλαγή μέσω της κυβερνητικής εναλλαγής. Πολλοί πολίτες αισθάνθηκαν ότι η κατάσταση έχει φτάσει σε οριακό σημείο και δεν υπήρχε πλέον περιθώριο υποχώρησης.
Υπάρχει η ελπίδα για αποκατάσταση των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους παραδοσιακούς συμμάχους, επανεκκίνηση της οικονομίας, περιορισμό της διαφθοράς και μείωση του διχαστικού και επιθετικού πολιτικού λόγου. Ωστόσο, αυτές οι αλλαγές δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν άμεσα. Τα επόμενα χρόνια αναμένεται να αποτελέσουν μια μεταβατική περίοδο, που θα περιλαμβάνει ανασυγκρότηση και αποκατάσταση των δυσλειτουργιών. Το κρίσιμο ερώτημα που θα ακολουθήσει είναι κατά πόσο η χώρα θα μπορέσει να οικοδομήσει μια πραγματικά λειτουργική δημοκρατία.
Πώς εξηγείται η μαζική συμμετοχή των νέων στις εκλογές;
Κατά τη διάρκεια των 16 ετών διακυβέρνησης του Όρμπαν, μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε χωρίς να μετέχει ουσιαστικά στον πολιτικό διάλογο και τη λειτουργία μιας πλήρους πολυκομματικής δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα, όχι μόνο οι νέοι, αλλά και μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν έχει πλήρη επίγνωση του τι σημαίνει δημοκρατία, με πολλούς να θεωρούν ότι η ύπαρξη ελεύθερων εκλογών αρκεί από μόνη της. Παρόλα αυτά, στις πρόσφατες εκλογές καταγράφηκε σημαντική συμμετοχή των νέων. Αυτό οφείλεται σε διάφορους λόγους.
Αφενός, η εμφάνιση ενός νέου πολιτικού προσώπου, το οποίο αξιοποίησε αποτελεσματικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σύγχρονες μορφές επικοινωνίας και απλά, κατανοητά μηνύματα, κατάφερε να κινητοποιήσει τη νεότερη γενιά. Η δυναμική και σύγχρονη εικόνα του αποτέλεσε σημείο αναφοράς.
Αφετέρου, υπάρχει σαφής γενεαλογική διαφοροποίηση στον τρόπο ενημέρωσης. Οι νέοι δεν βασίζονται στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, αλλά αντλούν πληροφορίες από πολλαπλές ψηφιακές πηγές, συχνά γνωρίζουν ξένες γλώσσες και έχουν τη δυνατότητα να διαμορφώνουν πιο σύνθετη εικόνα για τα πολιτικά γεγονότα.
Παράλληλα, υπάρχει και μια ισχυρή συναισθηματική διάσταση. Πολλοί νέοι δεν μπορούσαν να ταυτιστούν με το πολιτικό ύφος και τις αξίες που εξέφραζε η μέχρι πρότινος υφιστάμενη εξουσία.
Ιδιαίτερη επίδραση είχε και ένα συγκεκριμένο γεγονός που λειτούργησε ως ηθικό σημείο καμπής: το σκάνδαλο απονομής χάριτος σε υπόθεση που σχετιζόταν με εγκλήματα κατά ανηλίκων. Το γεγονός αυτό προκάλεσε έντονη κοινωνική αντίδραση και αφύπνισε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, ιδίως τους νέους.
Επιπλέον, η άμεση επαφή του νέου πολιτικού παράγοντα με την κοινωνία, μέσω περιοδειών και συμμετοχής σε τοπικές εκδηλώσεις, ενίσχυσε τη σύνδεσή του με τους πολίτες. Τέλος, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η δημόσια στάση προσωπικοτήτων από τον χώρο του πολιτισμού, οι οποίοι εξέφρασαν ανοιχτά τις θέσεις τους. Συνολικά, η αυξημένη συμμετοχή των νέων δεν αποτελεί απλώς πολιτική επιλογή, αλλά αντανακλά μια βαθύτερη γενεαλογική εμπειρία και μια έντονη επιθυμία για αλλαγή.
Μπορεί ο Πέτερ Μαγιάρ να διασφαλίσει την αποκατάσταση του Κράτους Δικαίου και την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας;
Οι δεσμεύσεις του Πέτερ Μαγιάρ, ιδίως όσον αφορά την αποκατάσταση του Κράτους Δικαίου και την επαναπροσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχουν δημιουργήσει προσδοκίες σε σημαντικό τμήμα της κοινωνίας.
Ωστόσο, αρκετοί πολίτες διατηρούν στάση αναμονής, επιθυμώντας να δουν κατά πόσο οι εξαγγελίες αυτές θα μετουσιωθούν σε πράξη. Ένα βασικό ερώτημα αφορά το κατά πόσο ένας πολιτικός που υπήρξε μέρος του προηγούμενου συστήματος μπορεί να το αμφισβητήσει ουσιαστικά και να προχωρήσει σε λογοδοσία. Το ζητούμενο είναι εάν θα διαθέτει την απαιτούμενη πολιτική βούληση και ισχύ ώστε να εφαρμόσει όσα έχει υποσχεθεί.
Υπάρχει, ωστόσο, η ελπίδα ότι η κοινωνία έχει αντλήσει διδάγματα από την εμπειρία των τελευταίων 16 ετών και θα επιδείξει μεγαλύτερη εγρήγορση, αποτρέποντας την αναπαραγωγή συγκεντρωτικών συστημάτων διακυβέρνησης. Η περίοδος που πέρασε στέρησε από τη χώρα χρόνο, ευκαιρίες και αναπτυξιακή προοπτική. Είναι κρίσιμο να αποφευχθεί η επανάληψη των ίδιων λαθών.
Παράλληλα, ανακύπτουν σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος: ποιος θα ασκεί ουσιαστικό έλεγχο, εάν μπορεί ένα κόμμα να εκπροσωπήσει το σύνολο της κοινωνίας, και κατά πόσο θα υπάρξει πραγματικός πολιτικός ανταγωνισμός.
Η σημερινή κοινοβουλευτική σύνθεση εγείρει επίσης προβληματισμούς, καθώς απουσιάζουν ορισμένες πολιτικές φωνές, όπως αυτές της αριστεράς, των οικολόγων και των φιλελεύθερων, ενώ παραμένουν ισχυρές δυνάμεις της δεξιάς και της άκρας δεξιάς.
Το εκλογικό σύστημα, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, συμβάλλει σε αυτή την εικόνα, ευνοώντας τα μεγάλα κόμματα και περιορίζοντας τις δυνατότητες εκπροσώπησης μικρότερων πολιτικών σχηματισμών. Αυτό οδηγεί πολλούς ψηφοφόρους σε στρατηγικές επιλογές, υπό τον φόβο ότι η διασπορά της ψήφου θα ενισχύσει την επάνοδο του προηγούμενου καθεστώτος.
Κατά συνέπεια, η δημοκρατική διαδικασία επηρεάζεται από αντικειμενικούς περιορισμούς. Τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά: Ποιος θα ασκήσει ουσιαστική αντιπολίτευση; Μπορεί να υπάρξει πραγματική πολιτική πολυφωνία; Είναι έτοιμη η κοινωνία για μια ώριμη δημοκρατική λειτουργία;
Προς το παρόν, τα ερωτήματα υπερτερούν των απαντήσεων. Ωστόσο, είναι σαφές ότι η κοινωνία έχει αποκτήσει μια νέα δυναμική και, σε έναν βαθμό, έχει ανακτήσει την ελπίδα της.








