Το βιβλίο και η ανάγνωση είναι μια πράξη ελευθερίας

Τις τελευταίες μέρες πιάνω τον εαυτό μου να μιλά περισσότερο για τα βιβλία. Όχι μόνο για τα βιβλία γενικά, αλλά και για τα δικά μου βιβλία. Και αναρωτήθηκα, γιατί τώρα; Είναι άραγε μια υστεροβουλία; Είναι μια προσπάθεια να τα προβάλλω, να τα υπερασπιστώ, να τα κρατήσω ζωντανά μέσα στον κόσμο;
Ίσως να είναι και αυτό. Δεν έχει νόημα να το αρνηθώ. Κάθε βιβλίο που γράφεται κουβαλά μέσα του την ελπίδα να βρει τον αναγνώστη του. Όχι από ματαιοδοξία, αλλά από μια βαθύτερη ανάγκη επικοινωνίας. Το βιβλίο δεν γράφεται για να μείνει κλειστό. Γράφεται για να περάσει από ένα χέρι σε ένα άλλο, από μια σκέψη σε μια άλλη.
Όμως υπάρχει και κάτι ακόμη. Όσο περνούν τα χρόνια, νιώθω όλο και πιο έντονα ότι το βιβλίο δεν είναι απλώς ένα έργο. Είναι ένα ίχνος! Είναι μια προσπάθεια να συγκρατηθεί κάτι από τον χρόνο που περνά, κάτι από όσα ζήσαμε, όσα σκεφτήκαμε, όσα φοβηθήκαμε πως μπορεί να χαθούν μέσα στη σιωπή.
Δεν γράφω λοιπόν για να πείσω. Ούτε για να επιβάλω κάτι. Γράφω -και μιλώ- γιατί πιστεύω ότι τα βιβλία εξακολουθούν να είναι ένας από τους τελευταίους χώρους, όπου ο άνθρωπος μπορεί να συναντήσει τον εαυτό του χωρίς θόρυβο. Και αν τα δικά μου βιβλία μπορούν να σταθούν για λίγο δίπλα σε κάποιον, να του κρατήσουν μια σιωπηλή συντροφιά, τότε αυτό είναι αρκετό.
Η αλήθεια είναι πως κάθε βιβλίο, όταν ολοκληρωθεί, παύει σιγά σιγά να ανήκει αποκλειστικά σ’ αυτόν που το έγραψε. Αρχίζει να απομακρύνεται, να βρίσκει τον δικό του δρόμο, να περιμένει υπομονετικά τον άνθρωπο που θα το ανοίξει. Και τότε, ξεκινά μια σιωπηλή συνομιλία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που ίσως και να μην γνωρίστηκαν ποτέ.
Αν συναντηθούν με τον δρόμο κάποιου αναγνώστη, τότε ο λόγος της ύπαρξής τους έχει ήδη εκπληρωθεί. Γιατί, στο τέλος, τα βιβλία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος να συνεχίζεις να μιλάς, ακόμη κι όταν έχεις σωπάσει.
ΚΑΙ ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ όπου όλα κινούνται με ταχύτητα. Μέσα σε αυτή την αδιάκοπη ροή, το βιβλίο μπορούμε να πούμε ότι παραμένει ένας από τους τελευταίους τόπους, όπου ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί. Να σταθεί πραγματικά. Να μείνει και να ακούσει.
Η ανάγνωση δεν είναι μια παθητική εμπειρία. Δεν είναι κάτι που απλώς καταναλώνεται, όπως μια εικόνα ή ένας ήχος. Είναι μια πράξη διασκέδασης, αλλά και δημιουργίας. Όταν διαβάζουμε, δεν ακολουθούμε απλώς μια ιστορία∙ τη συνδημιουργούμε. Οι λέξεις γίνονται εικόνες μέσα μας, τα πρόσωπα ασυναίσθητα αποκτούν τα χαρακτηριστικά, που εμείς τους δίνουμε, οι τόποι αποκτούν το φως και τη σκιά που κουβαλά η δική μας μνήμη. Το βιβλίο δεν μας επιβάλλει έναν κόσμο∙ μας προσκαλεί να τον δημιουργήσουμε. Και μέσα σε αυτόν τον κόσμο, συναντάμε και τον εαυτό μας.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, το βιβλίο είναι μια πράξη ελευθερίας. Γιατί μας καλεί -και απαιτεί από εμάς- να αφιερώσουμε χρόνο. Να αποσπαστούμε από τον θόρυβο. Να επιλέξουμε τη σιωπή. Να κλείσουμε το κινητό, τον υπολογιστή ή την τηλεόραση. Και αυτή η επιλογή είναι βαθιά προσωπική. Δεν εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα, αλλά από την εσωτερική ανάγκη. Το βιβλίο παραμένει το πιο προσιτό μέσο για να διευρύνει κανείς τον κόσμο του.
Ίσως γι’ αυτό το βιβλίο είναι και ένα από τα πιο ουσιαστικά δώρα. Όχι γιατί είναι ένα αντικείμενο, αλλά γιατί είναι δυνατότητα. Δυνατότητα σκέψης, συγκίνησης, αναγνώρισης. Όταν προσφέρεις ένα βιβλίο, δεν προσφέρεις απλώς χαρτί και λέξεις. Προσφέρεις χρόνο. Προσφέρεις έναν δρόμο.
Και όσο ο άνθρωπος θα συνεχίζει να αναζητά τον εαυτό του μέσα στον χρόνο, το βιβλίο θα παραμένει εκεί. Θα είναι ένα σταθερό σημείο μέσα στη ρευστότητα. Ένας τόπος επιστροφής. Ένας τρόπος να θυμόμαστε ποιοι είμαστε.
Στέφανος Σταμέλλος
https://www.e-ecology.gr
https://www.facebook.com/stefanos.stamellos/

